Τα πεζά των μεγάλων Ελλήνων ποιητών – Γιάννης Ρίτσος: Ο Κομμουνιστής όλου του κόσμου… Του Δημήτρη Χίου

SYN-32.TIF
[Στην φίλη Έρη Ρίτσου και στην μνήμη του πατέρα μου…]

“…Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
“Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα”.
Α υ τ ό… θέλουμε κι εμείς.
Γιατί ε μ ε ί ς… δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς… τ ρ α γ ο υ δ ά μ ε
για να σ μ ί ξ ο υ μ ε τον κόσμο.”

“Με επηρέασαν τα πάντα…Γιατί, όπως κάθε καλλιτέχνης, έτσι κι εγώ, είχα μια τεράστια αδηφαγία. Ο ποιητής είναι ένας τρομερός δέκτης, τρομερά ευαίσθητος, που απορροφά δυνάμεις από παντού και το θεωρεί κάτι πολύ δικό του… Εγώ, άξαφνα, χρωστώ ευγνωμοσύνη σε όλους εσάς, χρωστώ ευγνωμοσύνη κάποτε ακόμα και στους αντιπάλους μου, στους εχθρούς μου, που με το να με εξορίσουν, με το να με φυλακίσουν, έζησα πάρα πολλά πράγματα, που δεν μπορούσα να διανοηθώ, που δεν μπορούσε να συλλάβει η φαντασία μου…”
[Από κουβέντα με δημοσιογράφους του “Ριζοσπάστη”]

Ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε ο αδιάψευστος μάρτυρας της πιό ταραγμένης, της δικής του εποχής. Γιατί συμβαδίζοντας με το λαϊκό και το κομμουνιστικό κίνημα, βίωσε και περιέγραψε όλες τις περιπέτειες της Ελλάδας, όπως διαδραματίσθηκαν τις περισσότερες από τις δεκαετίες του περασμένου αιώνα.

Ήταν πάντα ποιητής αλλά και παρατηρητής. Και πάντα σε θέση μάχης, μήπως και χάσει ακόμη και το ελάχιστο χρώμα των πραγμάτων. Εκανε στην ζωή του “αγώνες δρόμου” χιλιάδων χιλιομέτρων για να αιχμαλωτίσει την στιγμή, για να την απαθανατίσει. Μέσω των γραπτών του, προσελάμβανε τα πάντα, αλλά και μέσω αυτών, ήθελε και να τα μοιράζεται: “…το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να το δώσουμε…”.

Με το έργο του εκμυστηρεύεται αλλά, ταυτόχρονα, και βροντοφωνάζει, για τα “πέτρινα χρόνια”.
Με την προσχώρησή του στο μορφωτικό τομέα του Ε.Α.Μ., έρχεται σε επαφή με τον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. Γράφει ποίηση αλλά και για το Θέατρο του Βουνού. Κι έπειτα, μετά την Εθνική Αντίσταση και τις όμορφες και μαζί δύσκολες μέρες, έρχεται η ήττα, έρχονται οι εκτελέσεις κι οι διώξεις, η εξορία.…στις δύσκολες μέρες:

“Πιάνουμε μια κουβέντα – κόβεται στη μέση.
Πάμε να χτίσουμε έναν τοίχο – δε μας αφήνουν να τελειώσουμε.
Και το τραγούδι μας κομμένο.
Ολα τ’ αποτελειώνει ο ορίζοντας…”

Ήταν μιά μικρή περιγραφή της φοβερής πραγματικότητας της Μακρονήσου, όπου ο Γιάννης Ρίτσος μεταφέρεται ως εξόριστος το 1949. Εχει προηγηθεί το Κοντοπούλι της Λήμνου. Ομως η Μακρόνησος δε συγκρίνεται με τίποτα. Βασανιστήρια, αγγαρείες, σωματικές τιμωρίες, ψυχικές πιέσεις.
Στην κατοχή ο θάνατος ήταν πανταχού παρών. Στην εξορία, όμως, είναι αλλιώς παρ’ όλο που κι εκεί εξακολουθούν να ακούγονται τα βήματα της ελευθερίας…

“…Δε θέλαμε να πεθάνουμε. Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.
Δεν ήταν εύκολο – μην πεις – δεν ήταν εύκολο.
Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει…”

Εκεί, στον “Κρανίου Τόπο” της Μακρονήσου, κάθε μέρα είναι και μια δοκιμασία. Αυτές οι δοκιμασίες όμως, ενδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την συντροφικότητα:

“Ολα τα μοιραστήκαμε, σύντροφοι,
το ψωμί, το νερό, το τσιγάρο, τον καημό, την ελπίδα,
τώρα μπορούμε να ζήσουμε ή να πεθάνουμε
απλά κι όμορφα-
σαν ν’ ανοίγουμε μια πόρτα το πρωί
και να λέμε καλημέρα στον ήλιο και στον κόσμο”.

Ετσι κι αλλιώς, ο Γιάννης Ρίτσος ήθελε να δίνεται και να δένεται σφιχτά και παντοτινά με τον πόνο των συντρόφων του. Και σε αυτές τις σκληρές συνθήκες, συμβαίνουν ταυτόχρονα δυό πράγματα: ο ποιητής έχει συνείδηση της κοινωνικής, της ανθρώπινης αποστολής που του αναθέτει η ποίηση, μα και που αυτός αναθέτει στην ποίησή του:

“Από την πληγή μου κοίταξα
του κόσμου την πληγή
Ξένη απ’ τον άνθρωπο η χαρά
Ξένοι απ’ το δίκιο οι νόμοι”.
….

“Η ποίηση πρέπει να ’ναι ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας,
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή, μία σημαία στα χέρια της ελευθερίας…”.

Μέσα σε αυτούς τους λίγους στίχους και φράσεις ο μεγάλος μας ποιητής – αγωνιστής, συνόψισε κάτι που δεν διατύπωσε απλά στα ποιήματά του, στα γραπτά του, αλλά έπραξε σε όλη του την ζωή. Η τέχνη του Γιάννη Ρίτσου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέχνης που εμπνέεται από τα υψηλότερα ιδανικά, εκείνα της πάλης για μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για το σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Στους στίχους του, αλλά και στα πεζά του [ένα μικρό πεζό του θα διαβάσουμε στο τέλος], σαν γνήσιος, αυθεντικός μαρξιστής, χάραξε το καινούργιο που γεννιέται στην κοινωνική εξέλιξη, αποτύπωσε την αισιοδοξία που πηγάζει από τη βαθιά γνώση των νομοτελειών της κοινωνίας και της Ιστορίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν ήταν γενικά κι αόριστα ένας “αριστερός” ποιητής, όπως θέλουν να τον παρουσιάσουν οι περισσότεροι φιλόλογοι και αναλυτές, τα συγκροτήματα του βιβλίου και των τεχνών, στην προσπάθειά τους να κρύψουν τι ήταν εκείνο που έκανε μεγάλη την ποίηση και την τέχνη του.

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν κομμουνιστής. Πίστευε όχι απλά και γενικά στην στρατευμένη τέχνη, αλλά στην αναγκαιότητα μιας κομματικής τέχνης, μιάς τέχνης που θα υπηρετούσε πανανθρώπινες αξίες και ιδανικά. Στα “Μελετήματα για τον Μαγιακόφσκι” [1974] γράφει:

“Το κύρος επί πλέον του Μαγιακόφσκι, στάθηκε μία έμπρακτη απόδειξη της αξίας της κοινωνικής ποίησης [και το θεμέλιό της άλλωστε] κι ένα αποστομωτικό επιχείρημα για τη δυνατότητα ύπαρξης μιας καθαρά κοινωνικής, ιδεολογικής κι ακόμη περισσότερο, κομματικής ποίησης…”

Βέβαια, ο ποιητής για να κάνει υψηλή, στρατευμένη, ποίηση πρέπει ο ίδιος να εμπνέεται από αυτά τα υψηλά ιδανικά:

“Κανείς άλλος δεν μπορεί να φανερώσει στον ποιητή την γενικότερη ανθρώπινη ανάγκη, να καθορίσει έξωθεν την μορφή και να του την επιβάλλει” γράφει στη συνέχεια στα “Μελετήματα”, θίγοντας την ανάγκη “ο ποιητής να είναι συνεπής, ειλικρινής, να αποτυπώνει στο έργο του ως ποιητής τις ιδέες που υπηρετεί με τη στάση ζωής του ως άνθρωπος”.

Ο Γιάννης Ρίτσος στάθηκε συνεπής στις ιδέες του και στα ιδανικά του, κι αυτό ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά που τον ενέταξε στο πάνθεον των μεγάλων, και για τα οποία αγαπήθηκε από τον λαό μας όσο λίγοι. Εγραψε υψηλού, παγκόσμιου κύρους λογοτεχνία, έζησε ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Αγωνίστηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε και στις πιο δύσκολες στιγμές της ταξικής πάλης δεν υπέγραψε “δηλώσεις μετανοίας”. Στήριξε το Κόμμα του ως την τελευταία του στιγμή. Έφυγε από κοντά μας, έχοντας τον τίτλο του μέλους του Κ.Κ.Ε.

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν υποτίμησε σε καμία περίπτωση την αλήθεια ότι “…η αισθητική έχει τα δικά της μέτρα, τη δική της νομοθεσία. Δεν της είναι αρκετό εφόδιο το αίσθημα, η πηγαιότητα, η ειλικρίνεια, οι μεγάλες ιδέες, οι ηθικές αρχές, ούτε όλη η αλήθεια…”. Όμως, ταυτόχρονα, πίστευε βαθύτατα στην κοινωνική και διαπαιδαγωγική αξία της τέχνης. Έτσι τολμούσε ακόμη και να παραμερίσει αισθητικούς ενδοιασμούς μπροστά στην κοινωνική αξία ποιημάτων του, όπως για παράδειγμα τα “Συντροφικά Τραγούδια”, που εκδόθηκαν το 1981 προς τιμήν των 40 χρόνων του Ε.Α.Μ.:

«…Μόνες περγαμηνές μας, τρεις λέξεις:
Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος.
Κι αν αδέξιοι μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γράφτηκαν
κάτω απ’ τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.
Κι ούτε χρειάζονται δικαιολογίες
πάρτε τους γυμνούς, έτσι όπως είναι…»

Ο Γιάννης Ρίτσος αρνούνταν την “καθαρή” ποίηση που μένει κλεισμένη στον εαυτό της, που δεν υπηρετεί την ανάγκη της κοινωνικής εξέλιξης, που δεν βλέπει τον άνθρωπο ως δραστήριο εργάτη και οικοδόμο της ζωής του, που δεν αναγνωρίζει στην ταξική πάλη την κινητήρια δύναμη που ταξιδεύει την Ιστορία…

Γι΄αυτό, “παραμερίζουμε για να περάσεις Ποιητή”…

Αθήνα 12 Δεκέμβρη 2013
Δημήτρης Χίου

Γιάννη Ρίτσου: Η ψάθα του μπάρμπα-Λια.

Μόλις βλέπαμε το μπάρμπα-Λια να βάνει τη μεγάλη ψάθα του ξέραμε στα σίγουρα πως άρχιζε το καλοκαίρι. Έτσι σα να λέμε η ψάθα του μπάρμπα-Λια, ήταν το ρολόι του χρόνου μας, το ημερολόγιο και το βαρόμετρό μας. Ο μπάρμπα-Λιας έβγαλε απ’ το σεντούκι την ψάθα του = Άνοιξη. Φόρεσε την ψάθα του = Καλοκαίρι. Έβγαλε την ψάθα του = Φθινόπωρο. Έκρυψε την ψάθα του = Χειμώνας. Ολάκερα χρόνια το ίδιο. Όσο ξάνθαιναν οι μέρες τόσο μαύριζε το μούτρο του μπάρμπα-Λια.
Εμείς τότες, παιδιά, μαζεύαμε λίγο – λίγο τα μυστικά του κόσμου, συλλαβίζαμε τα χρώματα, πιάναμε φιλίες με τα πουλιά, κουβεντιάζαμε με τα λουλούδια. Είχαμε πάντα στην τσέπη μας ένα μικρό σημειωματάριο κι ένα μολύβι, σαν ένα πουλί που δεν ξέρει ακόμα να τραγουδήσει. Τα δειλινά ήταν ήμερα στον κάμπο. Είχαν μια θλίψη τρυφερή σαν τον πονοκέφαλο ενός σπουργιτιού. Σφίγγαμε τα δάχτυλα να κρατήσουμε το φως πού φεύγει, να κρατήσουμε λίγο τριανταφυλλί, λίγο μενεξεδένιο, να το χαρίσουμε στον κόσμο σιωπηλά για να του δείξουμε πόσο τον αγαπάμε. Σαν όταν έφευγε ένας παιδικός μας φίλος να πάει στη χώρα να σπουδάσει και μεις φυλάγαμε κάποιο παλιό βιβλίο του ή κάποιο ξύλινο σπαθί του, κι ύστερις από χρόνια που ανταμώναμε του δείχναμε το βιβλίο και το σπαθί, σιωπηλά με βλέφαρα χαμηλωμένα.

— Ετούτο το σπαθάκι. Και το βιβλίο…
— Α, ναι.
— Πόσος καιρός. Υπάρχει ακόμα;

Χαμογελούσε. Βράδιαζε στον κάμπο. Σώπαιναν λίγο- λίγο τα τζιτζίκια. Δυο χέρια σφίγγονταν.
— Αδέρφι.
— Αδέρφι.

Τι πολλά που ήταν τ’ άστρα. Αλήθεια τι πολλά. Έτσι έλεγε ο μπάρμπα-Λιας σα βράδιαζε. Ανασήκωνε την ψάθα του και το κεφάλι του κι αφαιραινότανε να κοιτάζει ψηλά. Ύστερα έσκυφτε κι έλεγε:

— Δεν ξέρω μωρέ μάτια μου ποιος διάολος βάνει τους αθρώπους να βγάζει ο ένας του αλλουνού τα μάτια. Μήγαρις και δεν έχει η γης τόπο για όλους; Μήγαρις και δεν έχει ο ουρανός μιλιούνια αστέρια, χίλια και δυο χιλιάδες στο μερτικό του καθενού;

Δεν ήξερε ακόμα ο μπάρμπα-Λιας. Έσκυφτε πιότερο και βούλιαζε ολάκερος μέσα στη συλλοή του.

— Τι να τα σκέβεται κανείς; Δεν έχει ουδ’ αρχή ουδέ τέλος τούτος ό ντουνιάς.
Συγνέφιαζε το μούτρο του κι η ψάθα του έδειχνε φθινόπωρο.

Τα καλοκαίρια εκεί στον κάμπο του Άι-Δημήτρη μας βρίσκανε να λαχανιάζουμε απ’ την κάψα κι από κάτι πιο βαθύ, πιο τρανό, που δεν ξέραμε ακόμα τ’ όνομά του. Ο μπάρμπα-Λιας μαλάκωνε στο ποτάμι βέργες από αλυγαριές, και καλάμια. Καθόταν κάτου απ’ τη μεγάλη συκιά του μποστανιού κι έπλεκε καλάθια. Μας έφτιαχνε και μας κάτι μικρά πού μαζεύαμε βατόμουρα. Ο ίσκιος της συκιάς άλλαζε κάθε τόσο θέση και μαζί του μετακόμιζε κι ο μπάρμπα-Λιας τα σύνεργά του, τις βέργες του, το σουγιά, το σταμνί και την κολοκύθα που ’χε για ποτήρι.
Δαιμονίζονταν τα τζιτζίκια. Πια κάτου τα βατράχια. Καψαλιζόντουσαν τα σκοίνα. Τα χελιδόνια κόβαν βόλτες γύρω στην ψάθα του.

— Μπάρμπα-Λια, τα χελιδόνια βαλαν στο μάτι την ψάθα σου. Θα στη βουτήξουνε να φτιάξουν τη φωλιά τους.

Γέλαγε ο μπάρμπα-Λιας, κάτου απ’ τα γκαρδιακά μουστάκια του κι η ψάθα του κατάφωτη γύρω απ’ το πέτρινο πρόσωπό του ήταν σαν πλεχτός ήλιος, ήταν σαν εκείνες τις ζωγραφιές στον τοίχο του ερημοκκλησιού.
Οι ντομάτες βγάζαν τα μουσούδια τους πίσω απ’ τα φύλλα και κοίταζαν κατακόκκινες απ’ την ντροπή τους το γαϊδούρι του μπάρμπα-Λια και τη γαϊδάρα της κυρα-Κώσταινας που κάναν τη δουλειά τους.

— Η ζωή τραβάει το δρόμο της. Οι αθρώποι και τα ζα γεννοβολάνε. Οι ντομάτες κοκκινίζουνε. Τα πουλιά κάνουν τ’ αυγά τους. Τα παιδιά μεγαλώνουνε. Και γω γερνάω. Μα τι τα θες, όσο γερνάω όλο και πιο νέος μου φαίνεται πως γίνουμαι. Να, μαθές. Τούτο που ξέρω σήμερις δεν το ’ξερα προψές. Και λέω πως τούτο που θα μάθω ταχιά δεν το ξέρω σήμερις. Έτσι, πως να το πεις, κάτι καινούργιο ξεμυτίζει απ’ την καρδιά κι από το τσερβέλο σαν τη μυτίτσα που τσιμπάει το τσόφλι του χελιδονίσιου αυγού και βγαίνει το πουλί και τραγουδάει. Για τουτονά σας λέω πως γίνουμαι πιο νέος.

Α, τι καλά που τα ’λεγε ο μπάρμπα-Λιας. Τώρα το ξέραμε πια πως αντίς να πάρουν τα χελιδόνια την ψάθα του, είχε πάρει ετούτος τις φωλιές τους μέσα στην καρδιά του. Για τούτο κάθε πού άνοιγε το στόμα του έβγαινε κι ένα χελιδόνι. Μάθαμε και μεις να τραγουδάμε.
Έτσι όλο κάτι μάθαινε ο μπάρμπα-Λιας κι όλο ξανάνιωνε. Έτσι μάθαμε και μεις μια μέρα πως ο μπάρμπα-Λιας βγήκε αντάρτης στα βουνά να πολεμήσει τον οχτρό. Πήρε μαζί το δίκαννο, πήρε και την ψάθα του κι έδωσε να του κεντήσουν στη μέση, εκεί μπροστά- μπροστά, μια λέξη: ΕΛΑΣ.
Τ’ άλλα τα παλληκάρια, οι πιο πολλοί συχωριανοί του, τον πειράζανε:

— Τι τη θέλεις, μπάρμπα-Λια την ψάθα σου στη μέση του χειμώνα. Άλλαξες τα συνήθεια σου.

Κι ό μπάρμπα-Λιας χαμογελώντας:

— Αμ βλέπεις άλλαξε ο καιρός. Τώρα έχουμε όλο καλοκαίρι.

Κι αλήθεια φώταγε σαν ήλιος η ψάθα του μπάρμπα-Λια και μέσα στην καρδιά του μουρλαίνουνταν χίλιες χιλιάδες χελιδόνια.
Ύστερα μάθαμε πως ό μπάρμπα-Λιας σκοτώθηκε σε κάποια μάχη λίγο πριχού λακήσει ο οχτρός. Ωστόσο μας έμεινε η καρδιά του μ’ όλα της τα χελιδόνια να τραγουδάνε στον καινούργιο χειμώνα που πλάκωσε. Μας έμεινε κι η ψάθα του σαν ένας ήλιος του άσβηστου καλοκαιριού. Η ψάθα του, που την κρατάει στα χέρια της η Λευτεριά κι αερίζει το δακρυσμένο κι ιδρωμένο πρόσωπο της Ρωμιοσύνης.

— Ναι, μπάρμπα-Λια, θ’ αλλάξει ο καιρός, θα ’χουμε τότες πάντα καλοκαίρι. Κι οι καρδιές, ξέρεις, και τα χελιδόνια. Ω, τι τραγούδια που θ’ ακούσεις μπάρμπα-Λια μας.

[Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 9 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα – 7.7.1945]

Leave a Comment