Η ομιλία του Δημήτρη Κοσμόπουλου, στην εκδήλωση για την παρουσίαση της νέας συλλογής του Γιάννη Ρίτσου «Υπερώον»

kosmopoulos
Δημήτρης Κοσμόπουλος

(Το κείμενο διαβάστηκε από την Έρη Ρίτσου)

Σε δύο ποιητές μας θα μπορούσε άνετα να δοθεί ο χαρακτηρισμός του poete-fleuve: Στον Παλαμά και στον Ρίτσο. Δεν είναι περίεργο που ο Παλαμάς δεξιώνεται τον Ρίτσο στο ποιητικό προσκήνιο, με αφειδώλευτον ενθουσιασμό, στο γνωστό τετράστιχό του

Το τραγούδι σου είν’ από ιχώρ κ’ είναι από αιθέρα

Όρθρος καθαρής αυγής φέρνει την ημέρα.

Γλήγορο αργοφλοίσβισμα της γαλάζιας πλάσης

Να παραμερίσουμε για να περάσεις.

«Εύκολα μεταξύ τους, οι ποιητές αναγνωρίζονται», γράφει, αργότερα πολύ, (1969),στις Επαναλήψεις του ο Ρίτσος. Κι αν ο χιονόλευκος πρεσβύτης του λυρισμού μας παραμερίζει στο πέρασμα των νέων υδάτων-ο Ρίτσος απ’ την άλλη πλευρά και με δικούς του τρόπους, αποδεικνύεται ο πιστότερος στην εφαρμογή του παλαμικού αποφθέγματος: «Η όρεξη έρχεται τρώγοντας. Η έμπνευση έρχεται γράφοντας»( Πεζοί Δρόμοι Α΄,α΄εκδ.1988,σελ.87)

Μάλιστα, ο Ρίτσος ξεπερνά κατά πολύ τον Παλαμά σε όγκο έργου. Και σίγουρα, ξεκινά κάτω από την επιβλητική σκιά του, για να απλωθεί όμως σε μια μορφική ποικιλότητα που διαρκώς αυτοεπινοείται , ώστε να χωρέσει δια του γραπτού όσο γίνεται περισσότερη ύλη αφράστου:

Το ποίημα είναι

τ’ αρνητικό της σιωπής

Μια μέρα

μέσα στο οξύ των λέξεων εμφανίζεται

το πρόσωπό της.

Τα μάτια της διόλου κλαμένα.

Τα τρία διαμάντια

ασάλευτα, απαστράπτοντα

καρφωμένα στο στήθος της.

Ο Ρίτσος ξεκινά έμμετρα. Από το 1925 κιόλας, με τα πρωτόλεια στην Διάπλασι των Παίδων.( Εκεί δημοσιεύονται τα ποιήματα «Φθινοπωρινά Τραγούδια» και «Ονειροπολήματα» με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα»), και αργότερα (1927) στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας. Έμμετρες είναι και οι πρώτες του συλλογές (Τρακτέρ,1934, Πυραμίδες,1935, Επιτάφιος,1936)

Θυμίζω ότι πριν το εγκωμιαστικό τετράστιχο του Παλαμά για το Τραγούδι της αδελφής μου του 1937, ο Ρίτσος γράφει την «εκτενέστατη σύνθεση» Η αποθέωση του δρόμου, αποτελούμενη από 1187 δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληκτους στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο, χωρισμένη σε 27 ενότητες. Η χρονολογία γραφής «30 Ιανουαρίου-5 Μαρτίου 1938, Αθήνα-Βόλος-Πάρνηθα».Στέλνει το χειρόγραφο στον Παλαμά με την αφιέρωση «Το βιβλίο τούτο χαρίζω στον Ποιητή Κωστή Παλαμά». Αλλά το μακρύ ποίημα, εμπνευσμένο από το Συμπόσιον του Πλάτωνος, (είναι η εξομολόγηση του Σωκράτη προς τον Αλκιβιάδη), έχει και τρεις σελίδες έμμετρης αφιέρωσης. Παραθέτω:

Πατέρα δέξου μου αυτή τη φωνή που αναβλύζει απ’ το χώμα

Τραυματισμένη κι αλύγιστη μ’ όλη την άσβεστη φλόγα

Που λαχταρά την Αρχή της να βρει κ’ η λαχτάρα τής μένει

κι όλους τους δρόμους περνά ερωτικά κι είναι Θεός της: οΔρόμος .

Ο Ρίτσος όταν γράφει το ποίημα νοσηλεύεται, μετά από υποτροπή της φυματίωσης ( Πρβλ:Χρύσα Προκοπάκη, Η Αποθέωση του Δρόμου: Μια πρώιμη σύνθεση του Ρίτσου, στον τόμο: Διεθνές Συνέδριο, Ο ποιητής και πολίτης Γιάννης Ρίτσος, εκδ. Μουσείο Μπενάκη και Κέδρος, 2008, σελ.415-433).

Poetes-fleuves , λοιπόν. Kι επί πλέον, στον έμμετρο και μελικό Παλαμά ο Ρίτσος βρίσκει την εσώτατη μεταμορφωτική ανάγκη ,που κάνει τον ποιητή φορέα της ηχητικής και φωνητικής μετάπλασης των πραγμάτων. Ο Παλαμάς στο απομνημονευματικό Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου(1930), μιλά για μιαν «ακαθόριστη, ασυνείδητη σχεδόν, μουσική προδιάθεση» η οποία τον διακατείχε παιδιόθεν, σφραγίζοντας την εκφραστική του με την ρυθμική αγωγή και την εσωτερική χορευτική της τάξη. Η κοινότητα των δύο ποιητικών ιδιοσυγκρασιών είναι προφανής. Η πολυγραφία, εμφανές και στους δύο χαρακτηριστικό, έχει να κάνει με μιαν εσώτατη ανάγκη πρόσληψης και μεταμόρφωσης στα όρια της ποιητικής έκφρασης. Διαμορφώνει την ποταμική πλατύτητα ως ποιητικό τόπο και τρόπο . Ο έμμετρος Ρίτσος των τριών πρώτων συλλογών αναχωνεύει τους παλαμικούς τρόπους , αλλά συνάμα τον Σολωμό , τον Βαλαωρίτη, τον Σικελιανό, τον Μαλακάση, τον Πορφύρα, τον Γρυπάρη, τον Βάρναλη και κυρίως τον Καρυωτάκη.

«[…]Καρυωτάκη, κάθε στιγμή ακούω τους στίχους σου να βουίζουν γύρω απ’ τ’ αυτιά μου, πάνω από κάθε θόρυβο και μέσα στη σιωπή. Ένιωσες βαθειά τη ζωή, ένιωσες βαθειά την ψυχή γιατί πόνεσες βαθειά[…]», γράφει ο Ρίτσος στην εφημερίδα «Ο Παρατηρητής», στις 15/3/1931, υπό τον τίτλο «Από το ημερολόγιον ενός φθισικού».

( Πρβλ. Χριστίνα Ντουνιά, Ο ‘καρυωτακισμός’ του Γ. Ρίτσου, ΄Βιβλιοθήκη΄ της Ελευθεροτυπίας, 10/11/2000, όπου πρωτοπαρουσιάζονται ανταποκρίσεις του Ρίτσου στην εφημερίδα για την ζωή των φθισικών). Ο Ρίτσος νοσηλεύεται στην «Σωτηρία» ,στο Σανατόριο ,μαζί με τη Πολυδούρη. Εκεί γνωρίζει τον Καρυωτάκη, όταν αυτός επισκέπτεται την Πολυδούρη, με την οποία άλλωστε ο Ρίτσος αναπτύσσει θερμή σχέση και η οποία του αφιερώνει ποίημά της. Ταυτόχρονα με τις πρώτες ιδεολογικές επιλογές του, στα Τρακτέρ αλλά και στις Πυραμίδες, διαφαίνεται η έντονη ποιητική ιδιοσυγκρασία: Το πένθος για την ματαιότητα-αυτό που αργότερα αποκαλούσε «ογκώδες άσκοπο» -η ιερότητα της δημιουργίας και η στήθος με στήθος μάχη με την κοινωνική αδικία, με τον πόνο και με τον θάνατο:

«Του ανθρώπου την κατάρρευση στον εξευτελισμό

της ομορφιάς, του πνεύματος και της χαράς διακρίνω[…]»,

λέει στα Τρακτέρ και στις Πυραμίδες:

«Θ’ ανθίσει ο ήλιος δίκαιος στον κήπο τ’ ουρανού·

κ’ ενώ θ’ ανοίγουν έκπληκτα τα σκοτεινά δωμάτια

θ’ ανοίγουν και του Ωραίου οι πηγές· και του καινούργιου νου

το σύμπαν θα περιβληθεί γιορταστικά τα ιμάτια»

«Μη γράφεις πολλά! Τη γνωρίζομε αυτή την μανία που μας πιάνει· είνε ακράτητη· αλλά μας ζημιώνει[…]»,γράφει στις 29/5/1927 ο αρχισυντάκτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας Ηρακλής Αποστολίδης προς τον δεκαοχτάχρονο Ρίτσο. Δίνοντας και ένα προφητικό προανάκρουσμα της στάσης μιας μεγάλης μερίδας-του συνόλου σχεδόν-της κριτικής μας για τον Ρίτσο, σύμφυτης με την πρόδηλη αμηχανία για τις συνθέσεις του, των τελευταίων δεκαετιών του βίου του. Οι κριτικές προκαταλήψεις σχετικά με το έργο του Ρίτσου υποκρύπτουν την αδυναμία σύλληψης του ποιητικού του οικοδομήματος και επιπλέον, της ποιητικής του οπτικής. Με εκκωφαντικό παράδειγμα την περίπτωση του Α.Καραντώνη, ο οποίος μέσα στο πλαίσιο μιας προκατάληψης τον κατηγορεί για «καρυωτακισμό» και αργότερα για την κομματική στράτευσή του και την πληθωρικότητά του. Μόνον μετά το 1958. οπότε έχει μεσολαβήσει Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Καραντώνης σκύβει προσεκτικώτερα σ’ αυτήν την ποίηση, έστω και με συγκατάβαση. (Άκρως ενδεικτικό περιστατικό, αποτελεί η αποστολή από τον ποιητή τριών ποιημάτων στα Νέα Γράμματα με το ψευδώνυμο Κώστας Ελευθερίου, τα οποία υποδέχεται διθυραμβικά ο Καραντώνης, ο οποίος κατά τα άλλα, απαξιώνει συστηματικά τον Ρίτσο εκείνης της περιόδου)

Η ποταμική όμως ποιητική υπόσταση του Ρίτσου διαφοροποιείται από εκείνη του Παλαμά κατά τούτο: Στον Ρίτσο η πολυγραφία συστήνει με τον καιρό, μιαν οντολογία της γραφής. Μιλώ για την εκπεφρασμένη πεποίθησή του ότι ο ποιητής «είναι εντολοδόχος του κόσμου», του ανθρώπου και των πραγμάτων. «Τούτο τον πλούτο –λέει-/διαρκώς τον μοιράζεις/διαρκώς πληθαίνει». Τονίζει στο Ρόπτρο (1978), και στην Γκραγκάντα(1972), πιο πριν, ο αφηγητής –ποιητικό υποκείμενο: «δαγκώνει τις λέξεις, /φτύνει τις λέξεις, τις μαζεύει από κάτω μαζί με το χώμα, /τις βάζει στην παλάμη του, τις ψάχνει με το δάχτυλό του, φτιάχνει κασέλες, κηροπήγια, μια λάμπα θυέλλης[…]».

Ο Ρίτσος, θα έλεγε κάποιος, δεν προλαβαίνει να εκφραστεί κριτικά. Μυθολογεί και τις κριτικές του απόψεις ενσωματώνοντας τες στα πολύστιχα ποιητικά του συνθέματα. Αργότερα πολύ, συγκεντρώνει στον τόμο Μελετήματα, τις προσεκτικές και λελογισμένες κριτικές του καταθέσεις και μαζί μ’ αυτές τα κείμενα για τις μεταφράσεις των ποιητών που αγάπησε και προτίμησε. Είναι χαρακτηριστικό το πως μένει εκτός κάθε διαμάχης από εκείνες που ταλάνισαν την προπολεμική, κυρίως όμως την μεταπολεμική αριστερά, διαμάχες που είχαν να κάνουν με ζητήματα κεφαλαιώδη για την αριστερή ιδεολογική αγκύλωση: Η σχέση Τέχνης – Κοινωνίας, η σχέση βάσης – εποικοδομήματος, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η αυτονομία η μη του καλλιτεχνικού έργου. Για όλα ετούτα ο Ρίτσος απαντά απολύτως ξέχωρα και μοναχικά, είτε στα Μελετήματα (π.χ.» […] Η ποίηση, στο βαθμό που είναι τέτοια, μας λέει πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να πούμε εμείς γι’ αυτήν») είτε στην στοχαστική διερώτηση για την ποίηση, την τέχνη γενικότερα και τα όριά της, όπως φανερώνεται στα ποιήματά του. Κι όταν, μετά από επτά περίπου δεκαετίες ποιητικής χειρωναξίας, το 1977 εκδίδεται το Τερατώδες Αριστούργημα, με υπότιτλο (Απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτα), ξεδιπλώνει σε μία φούγκα της ποιητικής του, όλες τις συμπληγάδες που πέρασε και από τις ιδεοληψίες των συντρόφων του και από τα δικά του λάθη, και από τις αρετές που εκόμισε από το μακρύ του αγώνα του ταξίδι. Σταματούμε λίγο σ’ αυτό το ποίημα των χιλίων διακοσίων στίχων, διότι, πέραν της αυτοειρωνείας και εντέλει της χλεύης προς αυτή καθαυτή την αυτάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης, πέραν της υψηλής διαχείρισης όλων των κατακτήσεων του μοντερνισμού, από τον σουρεαλισμό και μετά, πέραν όλων αυτών το ποίημα απλώνει τα τρία επίπεδα στα οποία κινήθηκε ο τρόπος του, με τον πλέον ανάγλυφο στον αναγνώστη ρυθμό. Μ’ άλλα λόγια, η ποίηση του Ρίτσου, ξεκινούσε το υφάδι της από την βιογραφία και την μετάπλασή της, ανοίγονταν στην πράξη και στην δράση συνομιλώντας με την ιστορία του καιρού του και του παρελθόντος και έφθανε μετά στο κέντημα των ερωτημάτων που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη: Βίωμα – Δράση, Ιστορία, Ὕπαρξη, να οι τρεις πλευρές που ορίζουν το επιβλητικό τρίγωνο δέλτα, εντός του οποίου συγκροτείται και ανδρώνεται το σώμα του ποιητή δηλαδή ο κόσμος και η ψυχή του. Σταχυολογώ, εις επίρρωσιν :» […] Κάνω κ’ εγώ τη δουλειά μου – αντέστε στο καλό με τις αντιρρήσεις σας,/ υφασματέμποροι, τελωνειακοί, αστυνομικοί, διαφημιστές, ειρηνοδίκες/ στρατιές σκονισμένα μπουκάλια{…} Πάντοτε προτιμούσα τα μεγάλα ζώα σε μεταμεσονύχτια δάση {…} ένιωθα πράγματι ελεύθερος και όμορφος/ ανακατεύοντας έτσι ζητωκραυγές , γιασεμιά και στρατάκια / μην έχοντας να δώσω λόγο σε κανέναν… {…} και τους ξερακιανούς αγρότες με τις ψάθες τους και τις μουστάκες / ντάλα μεσημέρι του Αλωνάρη / σαν τους αγριότριχους βυζαντινούς Αγίους με τα φλώρο -/καπνισμένα φωτοστέφανά τους φαγωμένα στις άκριες / και τις γερόντισσες τις μαυρομαντηλούσες να δαγκώνουν την υπομονή τους μπρος στην άδεια σκάφη…{…}/ Και τι να πεις για τις Μεγάλες Πέμπτες στον Ελκόμενο/ με αργές θαλασσινές καμπάνες και πορτοκαλάνθια / Αγρυπνίες πάνδημες στη Χρυσαφίτισσα με καπνισμένα μάτια καρτερώντας τον κομήτη/ {…} Αυτός ο άνθρωπος είπαν είναι ένα τέρας αντοχής, εργατικότητας, πειθαρχίας/{…} ύστερα βλέπεις φοβόμουνα αυτή τη ρυθμική αλληλουχία / έπρεπε διαρκώς ν’ αλλάζω θέση για να’ μαι πάντα παρών./{…} Κι οι σύντροφοι με επιτιμούσαν με αδελφική φροντίδα / ότι τα νέα ποιήματά μου διανθίζονται από κάποιες τάσεις μεταφυσικής/ κ’ εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός/ πολύ βαθύτερου ρεαλισμού./[…] Αυτός ακριβώς δε μου το συχωρέσανε ποτές οι στέρφοι/ οι φθονεροί κι’ οι ανίδεοι»/ κ’ εκείνοι οι δόλιοι φραγκοφτιασιδωμένοι τελειόφοιτοι Σχολών Φιλελλήνων/ διπλωματούχοι της Σορβόννης και του Καιμπριτζ, του Χάρβαντ/ και κόμπαζαν και μου σφεντόνιζαν πέτρες/ και λέγαν πως δεν έχω ιδέαν απ’ το ξυνόν και το εν ον του ιερατικού Ηρακλείτου/ και μ’ ακοντίζανε οι νωθροί τις κατηγορίες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου/ κι από κοντά τους σεγκοντάριζαν γαυγίζοντας τα σκυλιά της Ασφάλειας.[…]».

Η ιστορία διϋλίζεται δια του ήδη βιωμένου, κι ο άνθρωπος εννοεί την ύπαρξη μόνον μέσω της μεταμορφωτικής διαδικασίας που είναι η ποιητική τέχνη. Ο Ρίτσος, σ’ όλη την έκταση της δημιουργίας του, δείχνει να ασφυκτιά αν δεν μεταμορφώσει την παραμικρή στιγμή στην προοπτική μιας αιωνιότητας που χαρίζεται από την αλχημεία των λέξεων. Είναι γι’ αυτό που το ίδιο ποιητικό πρωτοκύτταρο, με σχάσεις, διασπάσεις και ανασυνθέσεις, εμπυρωμένο από την άσκηση στην πάροδο του χρόνου, αλλάζει μορφές και ποιητικούς τρόπους ακροβατώντας από το ολιγόστιχο αποφθεγματικό ποίημα στο μακροσκελές ποταμικό, από το προσωπείο του μύθου και της αρχαιοελληνικής Γραμματείας τον αναγραμματισμό, με προβολή της στο εκάστοτε τώρα, ως το έμμετρο ρυθμικό επίτευγμα και την ομοιοκαταληξία. Σ’ όλην αυτή την δολιχοδρομία, το ποιητικό υποκείμενο, το πρόσωπο του ανθρώπου, αγωνίζεται και αγωνιά ν’ ανοίξει δρόμους και να σκάψει στοές για να ανέβει και να ξεσπάσει το ποτάμι του αρρήτου. Απορρίπτοντας να καθαρίσει πολλές φορές, τα νερά από τη λάσπη και την ύλη που έχουν συμπαρασύρει κατά την ορμητική προς το φως ροή τους. Αφού το μυστήριο το άρρητό της ζωής τον κατακλύζει: «Οι λέξεις που έμειναν έξω απ’ το ποίημα, φοβούνται./ Το τι θα πεις πιο κάτω οι λέξεις θα σ’ το πούνε./ Όμως οι λέξεις βγαίνουν απ’ τις πράξεις./ Όλες οι λέξεις δε σου φτάνουν για να πεις το τίποτα./ Μα τι ζητάς επιτέλους, πνιγμένος μες τις λέξεις» και πάνω απ’ όλα η σιωπή που έπεται, προηγείται, δεν δαμάζεται: «Αυτός ο άνθρωπος έχει βραχνιάσει απ’ τη σιωπή του». (Βλ. Μονόχορδα).

2 Σχόλια

Leave a Comment