Η ομιλία του Γιάννη Δούκα, στην εκδήλωση για την παρουσίαση της συλλογής Υπερώον (4/12/13)

doukas
Γιάννης Δούκας

«Απλησίαστος, άτρωτος, ανέγγιχτος»:

ο Γιάννης Ρίτσος στο Υπερώον.

Είναι τιμή μου να βρίσκομαι σήμερα εδώ –κι ευχαριστώ γι’ αυτό τις Εκδόσεις Κέδρος και τον Θανάση Μήνα για την ευγενική τους πρόσκληση–, τιμή που, αναπόφευκτα, είναι σύμφυτη και με μια έντονη αίσθηση αμηχανίας. Πώς θα μπορούσε κανείς, ξεκινώντας από το Υπερώον, να μιλήσει για έναν ποιητή, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ν’ αναμετρηθεί με το εύρος και την εμβέλεια του έργου του και, κυρίως, να αποδώσει τον ποιητή στο σήμερα, να τον τοποθετήσει στον καιρό μας, κρατώντας, όσο γίνεται, σεβαστικό το βλέμμα του, αλλά και διαυγή, απροκατάληπτη την προσέγγιση του; Πώς θα μπορούσε κανείς να διεκδικήσει τον Ρίτσο για την εποχή μας, χωρίς όμως να καταλήξει να τον διαστρεβλώσει και να τον οικειοποιηθεί, στο όνομα ακριβώς της απελευθέρωσής του από παραναγνώσεις και στερεότυπα; Αν υπάρχει απάντηση στα ρητορικά αυτά ερωτήματα, μόνο ο ίδιος ο ποιητής μπορεί να μας τη δώσει.

                Όσο διάβαζα το Υπερώον, μου ερχόταν διαρκώς στον νου ένα ποίημα του Νάσου Βαγενά από τη συλλογή του Στη νήσο των Μακάρων, ποίημα που φέρει τον τίτλο «Γιάννης Ρίτσος» και σε αυτόν απευθύνεται. Ο Βαγενάς φαντάζεται τον Ρίτσο να μένει για πολύ καιρό «με το βλέμμα καρφωμένο στην πραγματικότητα/ βέβαιος (ή σχεδόν βέβαιος) ότι τα/ εφήμερα περιέχουν και τα αιώνια». Αυτά είναι και που ψηλαφεί ο ποιητής, τα «ζεματιστά, [που του] άφηναν κάτι/ σαν κάψιμο στην άκρη των δαχτύλων».  Ακόμη, του λέει, «μοναχικός και ανάμεσα στο πλήθος (…) ζητούσες ακόμη πιο πολύ τα καίρια,/ εκείνα που σου καίγαν και το στήθος». Κάπως έτσι βλέπω κι εγώ το Υπερώον, σαν άσκηση ισορροπίας ανάμεσα σε αυτά που του έκαιγαν τα δάχτυλα και σ’ εκείνα που του έκαιγαν το στήθος, με τη ζυγαριά να κλίνει προς τα δεύτερα, εκεί που ο ποιητής έρχεται να μας αποκαλυφθεί –έντεχνα κι ενσυνείδητα, ας μην το ξεχνάμε– απογυμνωμένος. Και κάπως έτσι θα προσπαθήσω να διαβάσω τη συλλογή, σαν ταλάντωση του Γιάννη Ρίτσου ανάμεσα στο πολιτικό και το προσωπικό, ανάμεσα στην αδιαμεσολάβητη στράτευση και τον αναστοχασμό της δημιουργίας.

 

Το Υπερώον αποτελείται από ποιήματα είκοσι ημερών, γραμμένα όταν ο Ρίτσος ήταν ήδη 76 χρόνων. Κρατώ δυο φράσεις από το σημείωμα της κόρης του ποιητή, Έρης, που συνοδεύει τη συλλογή: αφενός ότι «ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του», αφετέρου ότι τα ποιήματα του βιβλίου είναι «αυτοβιογραφικά». Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι αντιμετωπίζουμε εδώ ένα κείμενο-παρακαταθήκη, ποιητικό υστερόγραφο ή, καλύτερα, σπονδυλωτή ποιητική αυτοβιογραφία, όχι βέβαια με τη φιλολογίζουσα έννοια που θα μπορούσε να πάρει ο όρος.

Το παρόν, μοιραία ίσως, επέχει θέση σκηνικού, ανάμεσα στο περασμένο και στο ακόμη ασχημάτιστο. Είναι μια ατμόσφαιρα παρακμής, «καιρός ναυτίας» («Κρίση»), με «φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια» («Ο ωραίος δραπέτης») και την υφή του υλικού που φθείρεται κι εκπίπτει. Στους όρους αυτούς, ο «διμέτωπος αγώνας» του ποιητή είναι η ταυτόχρονη αναμέτρησή του με το παρελθόν, προσωπικό, ποιητικό, πολιτικό, και με «το μέλλον» που «διαρκεί πολύ», ακόμη περισσότερο, το μέλλον όχι της ζωής, αλλά της υστεροφημίας. Το ποιητικό εγώ (σε πρώτο, δεύτερο, τρίτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο) εκφέρεται χαμηλόφωνα, και ο «τόνος» του είναι «απολογητικός/ κι ονειροπόλος ταυτόχρονα» («Διαιτησία»). Η μνήμη, ως «πραγματωμένη διαφάνεια», αλλά και «η ονειρεμένη, η εύθραυστη, η διαψευσμένη,/ η προδοτική» («Υαλουργεία») βρίσκεται υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Ίσως να είναι και ο ίδιος που, προς στιγμήν ενδίδοντας, φλερτάρει με τη λήθη   («Πρόθεση λήθης»):

 

Δε θέλω να θυμάμαι τους νεκρούς – είπε, –

θα μπω ν’ αγοράσω

εκείνο το ουρανί πουκάμισο

με τα μικρά, στιλπνά, φιλημένα κουμπιά του.

 

Όπως και να ’χει, αυτή η προσωρινή, ανθρώπινη αυταρέσκεια, αποτροπή, θα λέγαμε, του μνησιπήμονος πόνου, έρχεται ν’ ακυρωθεί από την «Αναδρομή», ποίημα που ανακαλεί το πολιτικό παρελθόν και τον ενεργό ρόλο του ποιητή ως δρώντος υποκειμένου:

Ράβω, ξεράβω στίχους

να τους κουμπώσω ως το λαιμό [ενν. τους εκτελεσμένους]

μη μου κρυώσουν,

μη και μου ξεχαστούνε,

μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.

 

Και αν, ωστόσο, ο ποιητής αξιολογεί το ίδιο του το έργο, ταυτίζοντας εδώ το αίτημα της υστεροφημίας του με την πολιτική παράμετρό της ποίησής του, είναι και σε άλλους χώρους,  πιο προσωπικούς, που εντοπίζει τον πυρήνα της ποιητικής του και τον διάλογό του με την αιωνιότητα. Στο «Δημόσιο πάρκο», η εικόνα ενός κύκνου μέσα σε μια μικρή λίμνη γίνεται «το επιχείρημά [του]/ να συνεχίσει να γράφει μετά θάνατον», ενώ στο καταληκτικό της συλλογής, «Τ’ άσπρα βότσαλα» του τίτλου γίνονται μεταφορά για την ίδια την ποίηση, έργο που η απερίφραστη απλότητά του αποκρύπτει την επίπονη προσπάθεια, τη δύσκολη, τη σχεδόν ακατόρθωτη, τελείωσή του, τους βυθούς, τις στερήσεις, τις αρνήσεις. Τα βότσαλα «λαμποκοπούν [για] ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους» και για να μην μαρτυρήσουν τον ποιητή «την ώρα της Μεγάλης Δίκης».

 

Διαβάζοντας το Υπερώον, θυμόμαστε συχνά τις «λέξεις που λεν, και κρύβουν» του Κωνσταντίνου Καβάφη. Η ποιητική ιδιοσυγκρασία του ύστερου Γιάννη Ρίτσου προσέγγιζε τον Αλεξανδρινό, αντλώντας, μεταξύ άλλων, από την ποιητική του και τη διαβρωτική ισχύ του υπαινικτικού. Διεκδικώντας τον ιδιωτικό χώρο, το άβατο του καθαρά προσωπικού, ο ποιητής έρχεται να κοινωνήσει κάτι το, στην κρυπτικότητά του, ολοκληρωμένο:  είναι το απόσταγμα της εμπειρίας, η ζωή εις βάθος βιωμένη, ο πολύτιμος θησαυρός του ελάχιστου και του ουσιώδους:

 

Μοναχική ευτυχία,

κι ένα ποτήρι νερό

λάμποντας

μέσα στο κλειδωμένο σπίτι,

 

από το ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Μυστική ιδιοκτησία». Ο έρωτας, εδώ, γίνεται κάτι που εμπεριέχει και προοιωνίζεται το τέλος του, την απώλεια, ή κάτι που ανήκει στην επικράτεια της ανάμνησης. Το ποιητικό εγώ, ωστόσο, επιμένει, αντέχει στη φθορά, την αρνείται και κατορθώνει να βρει νέες ενσαρκώσεις σαν την «απροσδόκητη/ γαλάζια πόρτα/ πεσμένη στα χαλάσματα/ με το κλειδί της/ στη θέση του» («Μια πόρτα»).

 

Εν γνώσει του οξυμώρου, θα περιγράφαμε τον ποιητή ως συμμέτοχο παρατηρητή. Τεχνουργός, χειρώνακτας των ποιημάτων του, υιοθετεί ως κεντρική του θέση την ισορροπία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και τον ενδότερο εαυτό, παρακολουθώντας και τα δύο εκ του σύνεγγυς. Σε όποιο πρόσωπο και αν εκφέρεται, το ποιητικό εγώ έρχεται, αδάμαστα επίμονο, σε πρώτο πλάνο –στην κατακλείδα συχνά των ποιημάτων–  και διεκδικεί τον χώρο του, όχι όμως εγωιστικά, αφ’ υψηλού, ξέχωρα από τον κόσμο, αλλά από τον κόσμο εκπορευόμενο, στον κόσμο αναζητώντας την υπόστασή του.

Εισπράττουμε, όσο διαβάζουμε το βιβλίο, την αίσθηση της περιδιάβασης σε μια καθημερινότητα εσωτερικευμένη και χωνεμένη κατά τέτοιον τρόπο, που καταλήγει να μας δίνει την εντύπωση της περιπλάνησης στο είναι του ίδιου του ποιητή. Ως  μπενγιαμινικός συλλέκτης, «μαζεύει/ σκουριασμένα καρφιά,/ καμένους γλόμπους,/ άδειες κουβαρίστρες» («Αποταμίευση»), έχοντας ως πρώτη ύλη του το, σε πρώτη εντύπωση, άχρηστο, τα αντικείμενα του απτού, υλικού κόσμου που παρατίθενται παρατακτικά, αλλά και μετατρέπονται σε σύμβολα ανεξίτηλα ενός αστερισμού συνθέσεων και συνδυασμών. Ονοματίζοντάς τα με επιμονή και με σεβαστική, σχεδόν αναμονή, παρατηρώντας τα, σχολαστικά, ο ποιητής αναδεικνύει τη λεπτομέρεια που ξεχωρίζει και ξεκλειδώνει την ερμηνεία της συνολικής εικόνας, σαν το «πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα» από το «Επιλογικό» του Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, και πετυχαίνει, μέσα από την περιγραφή του κόσμου, την αναμάγευσή του, μεγεθύνοντάς τον, δίνοντάς του μια νέα, συμβολική υπόσταση.

Μέσα στη συλλογή, πλήθος είναι οι στίχοι και οι εικόνες που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι αναφέρονται έμμεσα, αλληγορικά,  στη φύση και τα στάδια της ποιητικής δραστηριότητας. Είναι συχνοί, κατ’ αρχάς, στο βιβλίο οι μονολεκτικοί τίτλοι, αφηρημένα ουσιαστικά θηλυκού γένους, σύνθετα με προθέσεις, που θα μπορούσαν όλα να αποδοθούν ως ιδιότητες στην τέχνη της ποίησης, τις τεχνικές, τους τρόπους, τις εσωτερικές διεργασίες και την εστίαση του ποιητή, τις αφορμές του έργου και τον αντίκτυπό του. Τους παραθέτω: Αντιστροφή, Απογύμνωση, Αποταμίευση, Αναστάτωση, Αναδρομή, Διάσταση, Διαύγεια, Διαιτησία, Διαχωρισμός, Διείσδυση, Μεταπλάσεις, Μετατροπία, Μεταστροφή, Προφύλαξη, Προσέγγιση,  Συσκότιση.

Ας φανταστούμε, λοιπόν, τον Γιάννη Ρίτσο, καθώς μεταμορφώνεται διαρκώς, όλο και κάτι άλλο να υποδύεται, ν’ «αλλάζει φορεσιά», θα λέγαμε, «και να επανέρχεται», «να γράφει και να σβήνει/ τα μυστικά του κόσμου». Ας τον φανταστούμε, πιστό στις συγγραφικές του πρακτικές, να μας προτρέπει («Μετατροπία»):

 

Χρειάζεται συνεχής προπόνηση

για να μη μείνεις κλεισμένος

μες στην ευγένεια της μετριότητας. (…)

κι ίσως μια νύχτα κατορθώσεις

να βγάλεις, απ’ την έννοια του παρείσακτου, το μέτρο του ύψους.

 

 

Ας τον φανταστούμε ακόμη να βιώνει την ποιητική πράξη ως κάτι το κρυφό και λαθραίο, προσπαθώντας να μείνει ο ίδιος όσο το δυνατόν απαρατήρητος: «αν ανάψω τσιγάρο», γράφει, «θα με δουν» («Προφύλαξη») και περπατάει ξυπόλητος για να μην τον ακούσουν, έχοντας δει τα πιο ωραία απ’ την κλειδαρότρυπα («Διείσδυση»). Ας τον φανταστούμε να παλεύει με τα πολλά που «δυστροπούν» στη ματιά και την αφή του, ν’ αγρυπνά μέχρι να φτάσει «ως τη συγκινημένη εκείνη απάθεια, ώσπου, τέλος,/ τίποτα πια δε θα διαφωνεί μαζί [τ]ου» («Μεταπλάσεις»),  να διαπραγματεύεται συνεχώς τη σχέση του ποιήματος με το ερέθισμα που το προκαλεί, ταλαντευόμενος, αγωνιζόμενος με τα εκφραστικά του μέσα, αναμετρώμενος με το είναι του ολόκληρο, ζητώντας μια ποίηση που θα μοιάζει σαν «ένα δέντρο ολομόναχο/ πράσινο ακόμη»  («Απογύμνωση»), την ώρα που όλα πια θα είναι φθαρμένα, νοθευμένα, νεκρά.

 

Έστω και αν το Υπερώον δεν μας αποκαλύπτει ένα νέο ή διαφορετικό ποιητικό πρόσωπο του Γιάννη Ρίτσου, μας βοηθά –κι είναι γι’ αυτό πολύτιμο– να συλλάβουμε, γι’ ακόμη μια φορά, τη βασική αρχή που διέπει το έργο του, ότι δηλαδή η ποιητική του αναπτυσσόταν στο πέρασμα του χρόνου σαν τις διακλαδώσεις ενός δέντρου. Και τα κλαδιά αυτά, καθώς μεγάλωναν, απέκλιναν το ένα από το άλλο και ξεμάκραιναν, παραμένοντας ωστόσο αναπόσπαστα τμήματα του ίδιου συνόλου, συγκοινωνούντα, με τις ίδιες ζωτικές ουσίες να τα διατρέχουν, όπως το αίμα στις φλέβες του σώματος. Κι ακόμη παραπάνω, στα ύστερα αυτά ποιήματά του, κρίνω πως θα διαβάζουμε με καθαρότητα πώς θα ήθελε ο ίδιος να τον θυμόμαστε και να διαβάζουμε, ο «μεγάλος αταξινόμητος» Γιάννης Ρίτσος, «απλησίαστος, άτρωτος, ανέγγιχτος».

Και τι θα είχε, λοιπόν, σήμερα να μας πει, όπως μας παραδίδεται στο Υπερώον, στοχαστικός, πάνω απ’ όλα, για την ποίηση και για τις συνθήκες που τη γεννούν; Έχει να μας πει ότι όλα όσα, αξεδιάλυτα αλλιώς, συνιστούν την πραγματικότητα –και ο ίδιος ο ποιητής ανάμεσά τους– «από ψηλά, απ’ το βουνό, φαίνονται καθαρότερα» («Διαύγεια»). Έχει να μας πει ότι ο διάλογος με την πραγματικότητα οφείλει να είναι αδιάκοπος και ότι μόνο μέσα από αυτόν σηματοδοτείται και διακρίνεται η ίδια η ύπαρξη: “άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε»”, «Επιτέλους»). Παίζοντας εαυτόν, όπως αναφέρει στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα-κλειδί, μας υπενθυμίζει τελικά τι σημαίνει επινόηση του ποιητικού εγώ, ενός εαυτού πέρα από τον εαυτό, ώστε «ο ποιητής», όπως έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης, να είναι «κάτι [που] χάνεται ολότελα μέσα στη γενική φυσιογνωμία της ζωής και άλλοτε ξεχωρίζει με τα πελεκημένα χαρακτηριστικά του». Αδιάφθορος μάρτυρας της εποχής του, με τον τρόπο του ανένταχτος, μάς διδάσκει, πολύ απλά, σχεδόν υποδόρια, ότι όποιος γράφει ποίηση θα πρέπει να στρατεύεται σε υψηλούς σκοπούς, αλλά και να διαφυλάττει τα προσωπικά του ιερά. Να ζει μέσα στην εποχή του, αλλά και να κάνει πάντοτε και δυο βήματα πίσω, πέρα και πάνω από αυτήν για να τη δει καθαρότερα και για να την εκφράσει. Να ταυτίζεται, εντέλει, με τον διαιτητή που γρονθοκοπείται από φιλάθλους και των δύο παρατάξεων και που είναι το ματωμένο στόμα του το μόνο που θα τον διαβεβαιώνει ότι αυτός έχει το δίκιο με το μέρος του («Διαιτησία»).

Leave a Comment