Σίμος Ανδρονίδης: Ο ιδιαίτερος ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου

Ο ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου (γεννημένου την 1η Μαΐου του 1909), δύναται να ‘ενσαρκώσει’ τον μητρικό θρήνο της πρώτης φοράς, τις εκφάνσεις μίας ποθητής σωματικότητας, (το σώμα ως επικάλυψη & ως επίθεση, ως συνάρθρωση-ενότητα των αντιθέτων), επιτελώντας τις λειτουργίες των μετατοπίσεων μεταξύ πραγματικού (και επώδυνου) θρήνου όσο και συμβολικού, ανέστιου, ακήρυχτου στις προσίδιες όψεις του χρόνου των μεταβολών..

Η φωτογραφία (δημοσιευμένη στον Ριζοσπάστη), της μάνας (‘το φύλο ως επίφαση της υπόστασης’, αναφέρει η Αθηνά Αθανασίου), που θρηνεί τον νεκρό γιο της, τον αυτοκινητιστή Τάσο Τούση, θύμα της κρατικής καταστολής των απεργιακών κινητοποιήσεων στη Θεσσαλονίκη, τον Μάη του 1936, καθιστά τον Ριτσικό ποιητικό λόγο ‘Επιτάφιο’, δείκτη μίας κοινωνιο-ρεαλιστικής περατότητας-προσπελασιμότητας, και, την ίδια στιγμή, διαπλάτυνση των ορίων μεταξύ μνήμης και δράσης, υποκειμενικού σώματος-σωμάτων και κρατικών-κατασταλτικών πειθαρχήσεων..

Η μάνα (με έναν ‘παλινδρομικό’ ομοιοκατάληκτο ρυθμό), θρηνεί ως φωνή, ως παράδοση που κλείνει το γόνυ στην παράδοση, ως ζώσα αντανάκλαση των σχέσεων της πολιτικής οικονομίας, ‘εισπηδώντας’ (καθιστάμενη ‘Επιτάφιος’ αναιρέσεων) παράλληλα σε αυτό που ποιητικά προοικονομείται: στο σώμα του άλλου-γιου (‘φέροντας’ το), στον έρωτα της ‘θορυβώδους’ μνήμης, στη λαϊκή-εργατική πληθυντικότητα του συγκρουσιακού, στις πλαισιώσεις-σχέσεις μεταξύ ‘μυθολογικής’ και ‘θεϊκής’ βίας & ‘βίας’, για να παραπέμψουμε στον Walter Benjamin..

Ανατέμνοντας τον χώρο, τον επαναδιεκδικεί υπό τους όρους των ‘ειδολογικών’ αφιερώσεων, των φωνών της γενετήσιας ορμής, της ‘Εκκλησίας’ των κατανομών & των ίσων, του υιού και των υιών’ μίας δια-χωρικής οικουμένης, μυώντας, (παράλληλα με την επαναδιεκδίκηση), στο ανοίκειο, στο ανεπίκριτο: στον ‘Επιτάφιο θρήνο’ εντός δημόσιου & οριοθετούμενου χώρου, ως αναπλαισιωτική Παναγία (είναι ενδιαφέρουσα η συσχέτιση με την Χριστιανική αναπαραστατική εικονοποιία, η πολύσημη σχέση μεταξύ θρήνου-πένθους-ανάστασης, η διάστικτη μεσσιανικότητα προς), των ‘κινητικών’ υιών, ως μετασχηματισμός του είναι σε δέον γενέσθαι..

Ο Γιάννης Ρίτσος διαρρηγνύει τις όψεις του πρακτικού κανόνα, ανανοηματοδόντας συμβάντα που εκλείπουν και αναπαράγονται την στιγμή εκείνη..

Σε ένα ιδιαίτερο ‘καθεστώς ιστορικότητας’ (Sahlins), o ποιητής αναπροσλαμβάνει τα γεγονότα του Μάη του 1936, μίας κρίσιμης στιγμής της πάλης των τάξεων στην Ελλάδα, υπό τις συνδηλώσεις της πυκνότητας, του τρωτού και του υποτελούς, του πολιτικού βίου, της έμφυλης ανόρθωσης, (διατομή επί του έμφυλου και της έμφυλης κανονικοποίησης), υποκειμενισμού, της έκκεντρης χρονικότητας, της ταξικής εξέγερσης απέναντι σε μία εξουσία που δύναται να αποκρυσταλλώσει την διερώτηση παράλληλα με την επιδίωξη απάντησης.. Μαρτύριο και έκκληση του μαρτυρίου, ο ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου, διαμεσολαβεί τα επίδικα της ημέρας, της ιστορικότητας μίας και πολλών εποχών, καθιστάμενος οριακό σύνορο και μη-σύνορο που ‘παράγει’ ‘Επιτάφιους’ και δυναμικές του Μάη..

Σε αυτό το πεδίο, στους καιρούς των συσχετίσεων, δύναται να επιφέρει και να σημάνει την προβλεπτικότητα και την μη-προβλεπτικότητα, σημαίνοντας, το στοιχείο που παραθέτει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος στο πρώτο διήγημα της σειράς διηγημάτων ‘Γκιακ’ (στα Αρβανίτικα): «πο γκιάκου, γκιάκου βέτετ νιε βίτρα». («Αλλά το αίμα, το αίμα μένει για πάντα»). 1

Ο ‘Επιτάφιος’ συνιστά ανθρωπολογική οντολογία, προσδιορίζοντας την μετατόπιση-εναλλαγή μεταξύ του ‘καθεστώτος ιστορικότητας’ (Sahlins), & του ‘καθεστώτος’ της επωδυνότητας μητέρας & ποιητή, συνθηκών και ακροάσεων.. Εντός ενός ιδιαίτερου ‘καθεστώτος επωδυνότητας’-κινδύνου (διαπάλη με το άρρωστο σώμα) συνέγραψε ο Γιάννης Ρίτσος τον ‘Επιτάφιο’, όντας έκθετος στην ασθένεια (φυματίωση), στις λέξεις που διακρατούν την ισχύ του ‘απαίδευτου’, στην λογοθετικότητα της πρωταρχικής κρίσης της μητέρας..

Ως έμφυλο υποκείμενο, επανεγγράφει τους όρους της επίκλησης και της επιτελεστικότητας: ο θρήνος που επιτελείται εκεί, στον ανοιχτό χώρο, με λέξεις-θραύσματα, με λέξεις που δύνανται να ‘συλλάβουν’ την εγκάρσια σχεσιακότητα-τομή ανάμεσα σε αυτό που ορίζεται ως λόγος και ως λογική της ‘δικαιικής’ εξουσίας & της ποίησης που προσλαμβάνει το πλαίσιο της ελλειπτικότητας, του ‘δίκαιου’ της διεκδίκησης..

Ως καθορισμένος και ακαθόριστος ‘άρτος’ η ποίηση του ‘Επιτάφιου’, της απόθεσης, της ανάθεσης, των διαρκών Ριτσικών εννοιολογήσεων, της αναγνώρισης του συμβάντος (θάνατος υιού) διαμέσου της ‘μύησης’ και της σύγκλισης προτεραιοτήτων.. ‘Μέρα Μαγιού μου μίσεψες’, στο μεταίχμιο ενός βίου που βρίσκεται στο κατόπι της κατάλληλης λέξης..

Της παρόρμησης και του ‘απογαλακτισμού (του θανάτου) και της υποκειμενοποίησης..

‘Μέρα Μαγιού μου μίσεψες’, στην αναπαραστικότητα ενός γίγνεσθαι απολαύσεων, που, ως ‘απόλαυση’ πενθεί, στο τώρα και στο πριν, στις συναρθρώσεις με μία μουσική μελοποίηση που δύναται να ανασημασιοδοτήσει το ‘άβατο’ των σχέσεων, την στιγμή, που, ο ήχος του μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη, (ως εγκάρσια διατομή ποίησης & ιστορίας), αναπαριστά τον καθημερινό θρήνο της μητέρας, σε κανονικότητες ίδιες και άλλες, στις αδόκιμες και αδόκητες ‘ετερόαφιερώσεις’..

Ο Γιάννης Ρίτσος επιτελεί την ‘υποστασιοποίηση’ του ΄ομφάλιου λώρου’: αποκοπή και εξεζητημένη γνώση. Η μητέρα του ‘Επιταφίου’ ενσκήπτει στο πεδίο της ‘βεβαρημένης’ ιστορίας, φέρει τις μεταμφιέσεις του ‘ανοίκειου’ & του σιωπηλού, του ανοιχτού & του δυναμικού, καθιστάμενη λόγος επί του σώματος και σώμα επί του λόγου..

To Λακανικό ‘όνομα του πατέρα’, (‘Le nom du pere’), η άλλη ονοματοδοσία του φαλλού, η δικαιική τάξη, η εξουσία που φέρει το ρήμα ( ή το Μπενγιαμικό ‘Wort’), και τις συνδηλώσεις του, στο χώρο του θρήνου, του λεκτικά ακανόνιστου, (ή της κανονικής & ακανόνιστης ‘ροής), ανασυγκροτείται και διασαλεύεται..

Η μορφή της μητέρας που θρηνεί τον νεκρό υιό της, επικοινωνεί και κοινοποιεί το πατρικό ‘πέπλο’ που αποκαλύπτεται, υπό το πρίσμα της σωματικής διερώτησης..

Ο ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου δύναται να προσλάβει τα χαρακτηριστικά της προσίδιας οντολογίας των παράλληλων υπάρξεων, διερώτησης και μητρικής-έμφυλης αμφισβήτησης ενός οριακού και μη φαλλού, ο οποίος προβάλλει ως εκπεφρασμένη αίσθηση που εκπίπτει από το ‘βάθρο’ του συμβολικού για να επιστρέψει σε αυτό.. Το πεδίο της νοηματοδοτούσας ακηδείας καθίσταται πεδίο δράσης, χρονικού ποιητικού λογοκεντρισμού, εκεί όπου η μητέρα, ( ο θρήνος της υποκειμενοποίησης), κινείται στο συμβολικό μεταίχμιο του έμφυλου, (του φύλου), θήλυ και άρρεν, Παναγία & υιός, λόγος επικοινωνίας με το ταυτοτικό.. ‘Τεχνολογία’ ενός ‘μυστηρίου’ που δύναται να αποκαλυφθεί ως παράδοση, ακρόαση, δράση και ιστορικότητα της δράσης..

Η μητέρα που ‘θρέφει’ το νεκρό αλλά και το ζωντανό-επιβιωτικό των άλλων, καθίσταται ‘ερριμένος φαλλός’, (που εκφέρει ιστορία, έναν ομοιοκατάληκτο στίχο του μοναδικού και του πολλαπλού), όνομα των αντιθέτων, φέρων τον νεκρό υιό ως προέκταση & ρήξη, ποίηση του πραγματικού.. Γυναίκα & άνδρας, (άρρεν με μαντίλα), εκκινεί από τις διαβαθμίσεις της συμβολοποιημένης τελεολογίας..

Η σχεσιακότητα της μητέρας συνιστά την ιδιαίτερη σχεσιακότητα της ποίησης, της Ριτσικής ποίησης που ‘εμβαπτίζεται’ και στα νάματα ‘σύλληψης’ της παρουσίας ως τραύμα, ως βία & ως επιδίωξη διάρρηξης των ορίων ενός γίγνεσθαι που τροφοδοτείται από νοήματα..

Η μητέρα της απένταξης, της οντο-τοπολογίας των συναρθρώσεων & των ‘αστήρικτων’ εξεγέρσεων επικοινωνεί και ρηγματώνει αυτό που η Αθηνά Αθανασίου προσδιορίζει ως το «μητρικό σώμα ως απόρροια του συστήματος του πολιτισμικά διανοητού, το οποίο υποβάλλει και επιβάλλει την μητρότητα ως αναπόφευκτη ουσία της γυναικείας ταυτότητας». 2

Η μητρότητα ‘συσπάται’ (και ως ποίηση), ‘γεννώντας’ και παράγοντας εκτιθέμενες λέξεις, όψεις του κοινωνιο-ποιητικού, οι οποίες όσο λογοκρίνονται (από μία πρακτική εξουσία), άλλο τόσο διαρρηγνύουν, ενέχουν & εκφέρουν την ζωτική επαναοικειοποίηση, την αοριστία του οριστικού, το έμφυλο σώμα που περιλαμβάνει σώματα & γενιές σωμάτων..

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δύναται να αποκοπεί από την ‘συστεγασμένη’ μνήμη.. Ο ‘Επιτάφιος’ παραπέμπει σε μία ‘λογική’ πρωταρχικότητα του του δικαίου που είναι μη-δίκαιο.. Ποίηση που ‘στεγάζει’ τους ‘νεκρούς μιας μόνο αβύσσου’ (Pablo Neruda).  

Η επιτελεστικότητα του θρήνου της μητέρας του ‘Επιτάφιου’ στο δημόσιο χώρο, της ανώνυμης και επώνυμης μητέρας, δύναται να ρηγματώσει & να διαρρήξει ιεραρχικές & εξουσιαστικές προσλήψεις για την έννοια, την συνθήκη και τον ρόλο του έμφυλου-γυναικείου υποκειμένου..

Η μητρότητα (και η σχέσης μητέρας-υιού) επανεγγράφεται ως διαπερατό συμβάν, σημαίνον-επίδικο το οποίο, αφενός μεν προοικονομεί, αφετέρου δε μεταβάλλει την οικονομία και τον χρόνο του ποιήματος.. Τον χώρο (τοπολογία) σε ιστορία που επισυμβαίνει και ‘επανεκκινεί’..

Ο ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου ενέχει τις προκείμενες των επικοινωνούντων βλεμμάτων, ενός θρήνου που εκφεύγει από τα όρια (καθίσταται εκτός), της σύμβασης. Ο ποιητής, συν-διαλέγεται με το Λακανικό «Noli tangere matrem: Βιασμένη και ραμμένη η μητέρα παραμένει απαγορευμένη» 3. Ο ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου συνιστά μία ιδιαίτερη ποίηση που «ιστορείται με φωνή» ή με «φωνές»..

Η μητέρα του ‘Επιταφίου’, λειτουργεί και ως άλλη βιβλική, «παρακλητική μητέρα» 4. Είναι ο ίδιος και ο άλλος ποιητικός λόγος του προφήτη  Ησαΐα: «… τα παιδία αυτών επ’ ώμων αρθήσονται και επί γονάτων παρακληθήσονται, ως ει τινά μήτηρ παρακαλέσει, ούτως καγώ παρακαλέσω υμάς, και εν Ιερουσαλήμ παρακληθήσεσθε, και όψεσθε, και χαρήσεται η καρδία υμών και τα οστά υμών ως βοτάνη ανατελεί».. 5

  1. Βλέπε σχετικά, Παπαμάρκου Δημοσθένης, ‘Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε’, ‘Γκιακ’, Εκδόσεις αντίποδες, Αθήνα, 2016, σελ. 20.
  2. Βλέπε σχετικά, ‘Αναζητώντας τη «Σημειωτική χώρα: Ετερότητα, αποστροφή και ο τρόμος του εκ-τοπισμένου υποκειμένου’, ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 107.
  3. Αναφέρεται, στο, Μιχαήλ Σάββας, ‘Το τραύμα της Ιστορίας ή Ο «Μέγας Ανατολικός» εν πλω’,  στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Πλους και Κατάπλους του Μεγάλου Ανατολικού’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1995, σελ. 43.
  4. Αναφέρεται, στο, Μιχαήλ Σάββας…ό.π.,  σελ. 99.
  5. Αναφέρεται στο, Μιχαήλ Σάββας…ό.π., σελ.99-100.