Σίμος Ανδρονίδης: Ο ‘Αγαμέμνων’ του Γιάννη Ρίτσου

Στα ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης’ ο Γιάννης Ρίτσος διαλέγεται με τον μύθο των Ατρειδών. Με τον μύθο ή την κατάρα τους. Με την ‘μοίρα’ ενός θανάτου που εκκινεί την στιγμή που αναδύεται η διάστικτη συνείδηση του τραγικού μέσα στην ιστορία..
Στην ποιητική συλλογή ‘Αγαμέμνων’ ο Γιάννης Ρίτσος, συγκροτεί έναν βασιλιά με και δίχως προσωπείο, που τίθεται απέναντι στη ‘σκιά’ του πλήθους, έναν βασιλιά που άλλοτε σκωπτικά παρηγορεί & παρηγορείται, και άλλοτε εκβάλλει σε μία γυμνότητα η οποία περιβάλλεται από προφάσεις, από ερμηνείες, από την μίκρο & μάκρο-ιστορική έγκληση, από την ‘ευδοκίμηση’ του θανάτου μέσα στην ‘άσημη’ εγγύτητα..


Ο Αγαμέμνων έκθετος μέσα στη δική του τρωτότητα αποσπάται, αφήνεται στις ‘δίκες προθέσεων’ του πλήθους, του δήμου, μονολογεί με την ένταση της μέχρι πρότινος ‘απρόσιτης’ επαναοικειοποίησης, ‘ερωτεύεται’ την ελκτική δύναμη των λέξεων που ‘εδραιώνουν ‘ την βία, την ισχύ και τη μη ισχύ, ερωτεύεται τη γυναικεία μορφή (την Κλυταιμνήστρα που αφενός μεν κρατά το βάρος του, αφετέρου δε τη ζωή του), που χάνεται (ως ενσώματος χρόνος) & επιστρέφει ως ‘εμποτισμένη’ μνήμη υπό το πρίσμα του μοιραίου: «Και, βέβαια, τη δική μας κλίνη σ’ την παραχωρώ. Δε θα τόθελα διόλου, να γίνω μάρτυρας των αλλαγών του χρόνου πάνω στην ωραία μορφή σου, στους μηρούς και στα στήθη σου».
Και εντός της χρονικής φθοράς-αλλοίωσης του σώματος, έμπροσθεν του μοιραίου συμβάντος, ο Αγαμέμνονας τηρεί τη σειρά προτεραιότητας: μόνος μπροστά στο χρόνο, μπροστά στη διαισθανόμενη παύση, στην αμείλικτη ‘θανάτωση’ η οποία εγγίζει και το δικό του πρόσωπο, τις δικές του αφηγήσεις.. Ο Αγαμέμνων παραδίδει τα σκήπτρα συμβολικά, στην ιδιαίτερη μητριαρχία, ανασημαίνοντας το αίμα ως ταυτότητα..
Εντός των αλληλοεπικαλύπτομενων συμβάντων, ο βασιλιάς-‘πλήθος’ αναγνωρίζει-ονοματοδοτεί το μύθο ως το πραγματικό- αντεστραμμένο είδωλο μίας γενιάς νεκρής, ξεκληρισμένης, που κλείνει ευλαβικά το γόνυ στην ‘θραυσματικότητα’ όντας δι-ιστορική,  γενιά που δύναται να ‘ενσαρκώσει’ το ίδιο το γίγνεσθαι..
Ο Γιάννης Ρίτσος, διαμέσου του κύκλου των Ατρειδών, νοηματοδοτεί εκ νέου την τάξη του ορατού, την ιστορία έτσι όπως βιώθηκε στα όρια της συντροφικότητας, στην εγκάρσια τομή της Αριστερής μεταβολής, στον εσχατολογικό ‘ερωτισμό’ του πόνου, τις αιμάτινες απολήξεις του, στο σημείο όπου η ποίηση του προσλαμβάνει χαρακτηριστικά φυσικής-κοινωνικής πυκνότητας.
Εκεί όπου  παλινδρομεί μεταξύ μύθων & κανόνων, που διαμορφώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση όχι απλά ενός, αλλά πολλών ‘βασιλιάδων’ που, με το όνομα ‘Αγαμέμνων’, διατηρούν μία εκ πράξεως ‘μαρτυρική’ καταγωγή, αρθρώνουν τους χρόνους της φυγής και της κατάπτωσης, πολεμούν για αυτό που λείπει, ενέχουν το Σεφερικό: ‘είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας’..
Για το κεντρικό πρόσωπο του μύθου και της κατάρας των Ατρειδών, ο ποιητής επιφυλάσσει το προνόμιο της τελευταίας εξόδου από τη σκηνή, ως Βασιλέας-‘πλήθος’ που δύναται μέσα το ανάκτορο να διαβλέπει ή να παρατηρεί τις συντελεσθείσες ρήξεις.. Στη σφαίρα της ποίησης, αντί για σκήπτρο, ο Γιάννης Ρίτσος διακρατεί το ποιητικό  του μερίδιο από το πληθυντικό ‘σώμα’ της ανάδυσης-εμφάνισης..
 Μέσα από δαιδαλώδεις πορείες, ο Γιάννης Ρίτσος προσδιορίζει την ποιητική τροπικότητα μίας ‘ζώνης’ ανθρωπογενούς, ερωτικά σπαρακτικής, γεμάτης από απλές προθέσεις..
Ο ποιητής καταβάλλει το ‘τίμημα’, τον οβολό της ένταξης, της κινητικής έγκλησης, της αγωνίας, της αγωνίας να διατηρηθεί, σε δύσκολες ώρες, το διακύβευμα μίας ποίησης που προτάσσει την πρωταρχικότητα της πολλαπλής συν-ύπαρξης. Και ο ίδιος αναπαριστά αυτό που ως βίωμα αναπαριστά μεταίχμια.
Όπως γράφει στις ‘Επαναλήψεις-Σειρά Δεύτερη’: «Καθόλου δε νιώθουμε πιο κάτου, μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια. Μόνες περγαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος». Η συνθήκη που καθίσταται ποιητική αναδημιουργία-ανοιχτότητα, που μετέρχεται τρεις λέξεις που έλκουν την καταγωγή τους από περιφερόμενες σιωπές: ‘Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος’..
Τρεις περίοδοι ιστορίας που διαρρηγνύουν, ‘πολιορκούν’ την έννοια της ποίησης, των ορίων της ποίησης & της συνάρθρωσης των αναφορών, των ‘από πάνω’ και των ‘από κάτω’.. Εκεί οι πέτρες-λέξεις, εκεί και οι προσδοκίες..
Λέξεις που έλκουν την καταγωγή τους, από τις ιστορίες των προσώπων, από τον εγκλεισμό για μία ιδέα, (το  ποιόν των ταυτοτήτων), από το εγκιβωτισμένο πεδίο μίας πραγματολογικής ποίησης, που ανασυγκροτεί τους τύπους ‘ανήκω’, ‘ποθώ’, ‘εκβάλλω’, ‘ποιώ’, υπό το πρίσμα της ζωτικότητας, της ‘διάρρηξης’ του τύποις  του απόρθητου. Τρεις απλές λέξεις που συμπυκνώνουν τους τρόπους υπό τους οποίους ακούγεται η ελληνική ιστορία..
Ο ‘Αγαμέμνων’ φέρει κάτι από τον πρωτάκουστο ήχο, από την αγωνία πριν την εκτέλεση, πριν την πτώση, από το ΄φορτισμένο’ πεδίο των αναφορών.. Διαθέτοντας όψεις τεκμηρίου, η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, υπό και δίχως τον μύθο, αναπαράγεται στις συνθήκες του απρόσωπου, του δίχως αλλά και με όνομα, παραδίδει και παραδίδεται. Οι ‘Αγαμέμνονες’ του καιρού μας βρίσκονται εδώ.. Και ο Αγαμέμνων, βασιλιάς και δήμιος ταυτόχρονα, ενέχει τη λογική της φυγής-θανάτου, της ειδικής συνομιλίας με το πλήθος που καραδοκεί..  
Ο Γιάννης Ρίτσος αφήνεται σε μία ποίηση μετρική, στο μύθο που προσδιορίζει εαυτούς και προσλήψεις δι-κοινωνικές,  στους χασματικούς  κύκλους του αίματος, στις απολήξεις της «χειμαρρώδους» εξουσίας.
1. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης,  ‘Αγαμέμνων’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2005, σελ. 58.
2. 
Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ο Ηρακλής κι εμείς΄, Ποιητική συλλογή, ‘Επαναλήψεις-Β’’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 46.