Σ. Ανδρονίδης: ‘Το μακρινό’: Γιάννης Ρίτσος

tomakrino«Η γυναίκα ήταν ακόμα πλαγιασμένη στο κρεβάτι. Αυτός έβγαλε το γυάλινο μάτι του, το ακούμπησε στο τραπέζι, έκανε ένα βήμα, σταμάτησε. Τώρα με πιστεύεις; – της είπε. Εκείνη πήρε το γυάλινο μάτι, το ‘ φέρε στο μάτι της· τον κοίταξε». (Γιάννης Ρίτσος, ‘Πειστήρια).

Το 1975 ο Γιάννης Ρίτσος «καταθέτει» την ποιητική συλλογή που φέρει τον τίτλο ‘το μακρινό’. Εντός μεταπολιτευτικής τομής, ο τίτλος είναι αμφίσημος, τίτλος του ‘πέρα’, ενός παρελθόντος χρόνου που ενέχει όψεις ιστορικοποίησης του πραγματικού και της ποίησης, αλλά και τίτλος του ‘τώρα’ και του ‘μετά’. ‘Το μακρινό’ επιτελεί τις λειτουργίες της προσωπικής κατάθεσης, δεν αποθέτει παρά εγκιβωτίζει τη ‘φθορά’, (το άλλο ενός θανάτου «αυθύπαρκτου»), αρθρώνει τα «κομμάτια» του ως ‘χάσματα’ (συνηχήσεις), μίας ιστορίας «παραπαίουσας», της ιστορίας αυτού που χάνεται & αυτού που μένει, συναρθρώνει τους «συγκλίνοντες διαλόγους» με το σημαίνον της ποίησης: την απόδοση της διάχυτης προφορικότητας (της σκέψης) ως στοχαστικής τομής-ρήξης εντός κειμένου.

Τα λεκτικά και νοηματοδοτικά παίγνια του Γιάννη Ρίτσου συνδιαλέγονται με τη φθορά,
την «ανεπαίσθητη» και τη «βαθιά», τη μύηση σε μία ιστορία του θανάτου, (που
σχετίζεται με την απεύθυνση στην ‘κοινότητα των συντρόφων και όχι μόνο), ενός
θανάτου που εντός ποίησης είναι «ομόηχος»: τους αφορά και τον αφορά, όπως αφορά
και το ίδιο το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Στο ‘μακρινό’ (όπως και σε άλλα ποιήματα του), η φόρμα του Γιάννη Ρίτσου είναι
αποσπασματική, τμηματική, ακριβώς για να δείξει καλύτερα το μείζων διακύβευμα:
ποίηση μαζί με τα παράγωγα της, που δύνανται να είναι η ‘δομική’ σύγκλιση, η
διάρκεια των ιδεών, η ‘υπόσταση’ του γυμνού, εν γένει οι ανθρωπογενείς αναφορές,
που, ατομικές και συλλογικές, «τροχοδρομούν» εντός του ιστορικού χώρου & χρόνου,
εντός της ιστορικότητας των «ανεξάντλητων» ταυτίσεων.

«Ο πάγκος του αργυραμοιβού τζαμένιος – τι παράξενα νομίσματα, τι οδοντοστοιχίες
χρυσές, ασημένιες, σιδερένιες· και μονές κορώνες νεκρών· το περιδέραιο της Ελένης·
μια πελώρια καρφίτσα καπέλου· Η Παλαιά Διαθήκη ασημόδετη με κόκκινες και
πράσινες πέτρες. Χτυπούσε δώδεκα το μεγάλο ρολόι της Δημαρχίας. Βγάζαν απ’ την
κατάψυξη τα πουλερικά. Ο στιλβωτής στεκόταν στην πόρτα έχοντας περασμένες στα
χέρια του τις μπότες του Αντίνοου. Τότε φύσηξε λίγο απ’ το νοτιά· σάλεψε το μακρύ
σεντόνι. Κάτω απ’ το κρεβάτι φάνηκε το ‘να ολόλευκο γοβάκι της πεθαμένης νύφης». 1

Όλα κινούνται αντίστροφα, «υποκειμενοποιούνται» διαρκώς, ποιητικά &
συγκεντρωτικά, ‘οικεία’ και ‘παράταιρα’ προς τον ίδιο τον εαυτό. Ο ποιητής,
‘επικοινωνεί’ με την πραγματικότητα μαζί και πέρα από το μύθο, συγκροτεί τις
πτυχώσεις μίας ποίησης ΄διαδραστικής’, ‘ανοιχτής’ στη σιωπή και σε ένα συναίσθημα
εδάφους: τη φυσικότητα του βίου & του θανάτου, πέρα από ηρωικές αναπαραστάσεις,
θάνατος του βίου, καθημερινός, θάνατος των αμέτρητων σωμάτων, που δεν
«μετασχηματίζονται» μόνο σε γη, αλλά σε αντανακλάσεις ποίησης, σε ‘πεδία’ ενός
κειμενικού διαλόγου με την ιστορία. «Κάτω απ’ το κρεβάτι φάνηκε το ‘να γοβάκι της
πεθαμένης νύφης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ποιητής. Θα μπορούσαμε να πούμε,
πως διαφαίνεται όχι μόνο το φυσικό τέλος, αλλά και η ίδια η σωματική παρουσία, το
«γοβάκι» (ως ταυτοτική διάσταση της ιδιαίτερης στιγμής, της σύγκρισης και της
ένωσης), η επιβεβαίωση αυτού που υπήρξε: γυναίκα που θέλει και ελπίζει, που πέρα
από το θάνατο, υπήρξε ως ζωή, ως βιωματική ύπαρξη.

Η ‘κανονάρχηση’ της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου περιλαμβάνει το όλον, το συγκείμενο
της αλληλοεπικάλυψης και της ‘αποκάλυψης’, την τρωτότητα και τη «γυμνότητα» ως
έναν ιδιάζον τρόπο απόδοσης (και ‘σωματικοποίησης) της ποίησης εντός οικίας, εντός
ενός καθημερινού χώρου, εντός της συνεύρεσης των σωμάτων. Αισθανόμενος το βάρος
της τρωτότητας στον δικό του βίο, ο Γιάννης Ρίτσος «ενδύεται» το μανδύα μίας
προσίδιας όσο και ιδιαίτερης δι-ιδεολογικοποίησης: από τον έναν για όλους, και από
όλους για τον έναν.

Στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, στους τόπους εξορίας, στη δύσκολη
μετεμφυλιακή περίοδο, το ποιητικό του υποκείμενο υπήρξε τρωτό και δυνατό συνάμα,
υποκείμενο που ‘εδαφικοποίησε’ τους ‘χτύπους’ της εξουσίας’, 2 ίδιον στους στόχους
και ‘άλλο’ στο πεδίο, ανοιχτό στη ζωή (ως πεδίο ιστορικότητας που δύναται να
καταυγάσει προσλήψεις-προσδοκίες) αλλά και στο θάνατο ως φυσικότητα και απόληξη
μάχης και παραγόντων: για αυτό και στην ποίηση του «διαβάζεται» ως συνέχεια,
(βλέπε το ρόλο της μάνας στον ‘Επιτάφιο’), ως αλληλουχία μεταξύ ζώντων υπάρξεων
και βιωμένων θανάτων, θανάτων καθημερινών, που περιμένουν την ιδιαίτερη
δικαίωση της ποίησης, εκεί όπου «κάτω απ’ το χώμα προσμένουν» την κάθε λέξη και το
κάθε νόημα της ποίησης, με το συγκεκριμένο βάρος τους στην κοινωνικοπολιτική
ιστορία.

Το «γοβάκι» φέρει τις απολήξεις μίας μνήμης του παρελθόντος και του παρόντος,
αυτού που υπήρξε και αυτού που είναι, όπως και η ποιητική συλλογή ‘το μακρινό’,
αποκρυσταλλώνει μία ποιητική διάσταση εν χρόνω και εν πορεία, «σφαιρική»,
αποτυπωμένη ως έγκληση από τον ποιητή για τον ποιητή και για τους άλλους. ‘Το
μακρινό’ δεν παρηγορεί, τέμνει τις εκφάνσεις που λαμβάνουν οι πράξεις.
«Χλωμός, πολύ χλωμός· αγκάθια στα μαλλιά του – αγκάθια πολύ μακριά ως τους
ώμους, ως τη μέση, ως τα πέλματα- ίσως και να ‘ταν τα ίδια τα φτερά του· γιατί μόλις
έκανα δεύτερη φορά να δω κατά την πόρτα, δεν υπήρχε πάρεξ ο ελάχιστος καπνός
στη θέση του σφυριού».3

Μία λειτουργική σύνθεση, ‘πυκνή’, όπου η κάθε λέξη του Γιάννη Ρίτσου συγκροτεί το
«σώμα» του ‘μακρινού’, των αναφορών σε ονόματα και σε στιγμές, σε «σφυριά» που
χτυπούν, υπάρχουν, ‘λαβώνονται’, είναι ιστορία, αντοχή και ‘λύτρωση’, (να βλέπεις και
με τα μάτια του άλλου), «καθαρή» διάρκεια, πολιτική πράξη και θάνατος, ‘φθορά’,
συνθήκη, ερωτικό πεδίο, κανόνας της ποίησης ως ταυτοτικής αλλαγής.
1 Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ενέχυρα’, Ποιητική Συλλογή, ‘Το μακρινό’, Εκδόσεις Κέδρος,
Αθήνα, 1997, σελ. 21.
2 «Κυβερνώ σημαίνει ότι δομώ το πεδίο ενδεχόμενης δράσης των άλλων’, επισημαίνει ο
Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault.
3 Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Αμφίβολο ανάστημα’….ό.π, σελ. 13.